Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Τι 'ναι αυτό που μας ενώνει...

(... αν είσαι από τους Γιαννάδες)

Εμείς γεννηθήκαμε σε ένα σύνορο. Ποτέ δεν μας το είπαν κατάμουτρα. Υπήρχαν πάντα οι Οθωνοί, η Ερεικούσα και το Μαθράκι, που μας προστάτευαν από την μείωση του συντελεστή φόρου, ειδικό για ακριτικές περιοχές όπως το πολυτελές κυκλαδίτικο νησί των ανέμων. Εμείς γεννηθήκαμε σε ένα σύνορο  χιλιοκατακτημένο, μονίμως σε προσπάθεια να βρει την ταυτότητά του, ισορροπώντας ανάμεσα σε ανατολή και δύση. Ένα κυριολεκτικό βήμα μπρος ή ένα πίσω, μέσα στο νερό και τα δυο.  Αδριατική ή Μεσόγειος. Αυτό κουβεντιάζουμε.

Γεννηθήκαμε στα κεντρικά, απέναντι από τις βραχώδεις, καραφλές εκτάσεις που μούσκευαν τις ρίζες τους στο ίδιο στενό κανάλι που πλατσουρίζαμε κι εμείς τα πόδια μας. Ο λόφος μας παλάτι κι ας μην υμνήθηκε σε νουβέλες. Χαζεύοντας από το μικρό μας ύψωμα βλέπαμε με τα μάτια της φαντασίας το κεφάλι του φυγά-ξυλουργού κι άλλων ανθρώπων που πάλευαν για να γλυτώσουν, κολυμπώντας μακριά από την τρομακτική χώρα του βαλκανικού μουσουλμανισμού, του Χότζα, της φτώχειας και της απελπισίας.

Πίσω μας, η μεγάλη άγρια θάλασσα... ποτέ δεν νιώσαμε την φυσική ασφάλεια που νιώθει κάποιος με τοίχο στην πλάτη. Εμείς μεγαλώσαμε εξοικειωμένοι με ‘’το νου μας πίσω μας’’, μα και την πολυτέλεια πως στα όνειρα του ξύπνιου μας, έχουμε οπτικό υλικό να αναπλάσουμε τα ομορφότερα συναισθήματα που τραβά η ψυχή τ’ ανθρώπου!

Λευκό πουλί στον βράχο με τα φτερά ορθάνοιχτα κατά την κοιλάδα η Παναγία και το μικρό ξωκλήσι του Προφήτη σε αιώνιο κρυφτό με τις πευκοβελόνες... ακόμα σήμερα, σα σε τάμα κάθε φορά, χαζεύουμε από την κορυφογραμμή του το ατελείωτο μπλε και  τα λογής-λογής πλεούμενα που γλιστρούν αργά στην αφρισμένη ράχη του. Τρομακτικός ο όγκος του τόσου νερού, μα μας συνδέει με έναν πολιτισμό που μιλάει την ευρωπαϊκή. Αν έχει καλή ορατότητα απλώνουμε το δάχτυλο δείχνοντας το τακούνι και καυχόμαστε πως ένα σάλτο είναι μέχρι την λογοτεχνία , την πολιτική, τη μουσική, το θέατρο, τις τέχνες, το εμπόριο, την ανώτερη τάξη των τίτλων και των τιμητικών λιστών.

Παραπέρα, στη ρίζα των γκρεμών της Κρούζας, οι τεράστιες σκοτεινές σπηλιές που προστάτεψαν ένα βαπόρι από τους βομβαρδισμούς στον μεγάλο πόλεμο. Έτσι μας έλεγαν οι παππούδες (και στοίχειωναν αθέλητα τον τρόμο στα παιδικά μας όνειρα). Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί, προσπαθώ να χωρέσω το βαπόρι μέσα στις σπηλιές που από ψηλά φαίνονται μικροσκοπικές. Αδύνατον. Λες και η ιστορία ήταν παραμύθι. Σαν το παραμύθι της μυστικής μας παραλίας, που κατεβαίνεις με σκοινί, σκοινιά όσα κι εμείς, όσες και οι παραβολές με τους κινδύνους της. Ίδιο story κι οι σκόπελοι παραπέρα, τα απομεινάρια του καραβιού του Οδυσσέα καθώς όδευε εν αγνοία του προς την μπουγάδα της γλυκιάς κόρης του βασιλιά των Φαιάκων. Στραβογελάμε κοιτώντας τα, σαν να γίνονται σε χρόνο του παρόντος και ξέρουμε τι τον περιμένει. Η Κέρκυρα μεθά το νου του ανθρώπου!

Μέθη... και θύμισες από τα παιδικά μας καλοκαίρια, εκεί που κρύβονται ή φανερώνονται όλες οι αλήθειες, τα μυστικά όπλα κι οι αδυναμίες μας. Μου κάζεται πως ακόμα κι η ίδια η γλώσσα αυτόματα αλλάζει. Ακούω την νόνα να λέει χολεμένη για το λαβέντζο που δεν ήταν αρκετά γανωμένο, το αρμάρι που σε κάποιο κασετί είχε κάθε φορά την παραγγελιά της, τον κομό που φύλαγε τα ροκέτα της (εκεί από κάτου ήταν τα σκουτιά που ήλπιζε να αργήσει να τα βάλει), το πορτόνι που όλο το αλησμονούσαμε ανοιχτό, το παράπονο που όλο παίζαμε με τσου γούλους και που’ταν τα χέρια μας όλο ωγρά (θα πουντιάσουμε).

Τρέχει ανελέητα ο νους σε εκείνα τα χρόνια... τα σκαλιά στις γειτονιές στολισμένα από γιαγιάδες με άσπρες μπόλιες και παραπονιάρικες ιστορίες, νουθεσίες στα ζαρωμένα χείλη. Κάπου κάπου κρατούσαν ένα Θησαυρό στα χέρια, η Χοντρή του Ζαχαρία δόλωμα για να μας κρατήσουν κοντά τους, καλαμπούρι, κομμάτι πραγματικής διασκέδασης. Κι εμείς παιδιά ανυπάκουα για τα στάνταρ της εποχής, σκέτοι πειρασμοί για την αντοχή τους, να γινόμαστε πάραυτα ένα μαζί με κείνες σαν σε θεατρικό που είχε γραφτεί πριν το καταλάβουμε, τίποτα δεν μας χώριζε. Ήταν οι νόνες μας κομμάτι του παιχνιδιού μας. Της ζωής μας!

Κι οι δρόμοι, μπρος πίσω στην πλατεία, γεμάτοι κι αυτοί, από άντρες όμως. Γέρους και νεότερους, που κάναν πλάκες μεταξύ τους. Τις βλέπουμε καμιά φορά σε κακογυρισμένα, γεμάτα παράσιτα στον ήχο, βίντεο και τους χαμογελάμε συγκινημένοι νιώθοντας πως κρατούμε στα χέρια  μουσειακό θησαυρό. Δυσκολευόμαστε να δεχτούμε πως εκείνες οι γραφικές, ξέδοντες και καραφλές φιγούρες, με το σύρσιμο στο περπάτημα, την σκούφια στραβά, την βραχία μισοριγμένη στην πλάτη, σήμερα δεν υπάρχουν. Όπως και οι γιαγιάδες κι αυτοί, δεν θα είναι εκεί όταν καλοκαιριάζει και θα μαζευτούμε πάλι σαν τα μελίσσια γύρω από την φωλιά.

Δεν είναι που αθωώθηκαν όλοι τους επειδή κοιτάμε τόσο πίσω, στα χρόνια της εξ ορισμού δικής μας αθωώτητας. Είναι πως ήταν τα καλύτερα καθάρματα κάποιοι από αυτούς, οι καλύτερες στρίγκλες της μνήμης μας. Είναι που μας λείπει η αναίδεια, η αθυροστομία τους, η τραχιά κοψιά τους, η αγράμματη σοφία τους, λίγη θλίψη στα μάτια τους απομεινάρι της κατοχής, μα και πολύ πονηράδα ή περήφανη αποδοχή σε ότι κι αν είμαστε. Ακόμα κι η βλαστήμια τους για απλό χαιρετισμό,  ή το ηχηρό φτύσιμο αντί για καλησπέρα στο καφενείο της πλατείας, το αθώο ‘’κακό στον Τούρκο’’ που καλύτερη ευχή δεν είχε η αγάπη τους για να μας ξορκίσει!

Αυτός ο τόπος είναι σαν εξάρτηση, καταγραμμένος στο dna μας. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, τα βράδια των καλοκαιριών μας. Μπορεί να έχουν αλλάξει τα πρόσωπα, αλλά αν το καλοσκεφτείς οι φυσιογνωμίες εξακολουθούν να εμφανίζονται, ίδιες ως δια μαγείας. Τις κληρονομήσαμε με κάποιο ακατανόητο τρόπο κι εκεί που σε κέρδιζε η νοσταλγία, έρχεται ένα χοντροκομμένο αστείο ανάμεσα στον ‘’ευρωπαίο’’ καφετζή και τον ‘’χωριάτη’’ σουβλατζή και στήνουν την συνέχεια της παράστασης. Το σκηνικό μόνο αλλάζει λίγο. Φύγανε τα δέντρα, μεγάλωσε η πλατεία. Αγωνιζόμαστε ανεπιτυχώς να φύγουν τα -όλο και περισσότερα- αυτοκίνητα του μοντέρνου δικού μας τοπικού πολιτισμού. Μιλώντας για αυτά, παίζουμε πολιτικό κρυφτό σαν μεγάλα παιδιά, σαν παιδιά που δεν θα μεγαλώσουν ποτέ. Και κάτι στιγμές, είναι πάλι όλα γεμάτα φως, καυτό ήλιο και ξεγνοιασιά.

Θα φταίει κι η κουζίνα της μάνας μας για ότι ακόμα μας συμβαίνει, αυτό δεν θα άλλαζε εξάλλου ποτέ. Ένα Σαν Τζιάκομο με πρεμιέρα κάθε ηλιοβασίλεμα και σίγουρο το χειροκρότημα. Αν δεν περάσεις από εκεί δεν έχει συνέχεια η περιοδεία της οπερέτας που ζούμε κάθε μια από τις νύχτες του Αυγούστου, πριν καταλήξουμε στην πλατεία. Μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες πλέον, καλοβαλμένοι ή άνεργοι πια, όλοι στην μάνα κι έπειτα στην δική μας Εκκλησία του Δήμου. Όλη νύχτα, φιλοσοφία και κουτσομπολιό. Ό,τι δεν προλάβουμε, το χώνουμε στην ψάθινη τσάντα και το κουβαλούμε την άλλη μέρα στην παραλία των νεανικών μας χρόνων. Την πιο άσκημη παραλία, λένε κάποιοι επισκέπτες και μεις στραβογελάμε πάλι. Αν υπάρχει κάτι δικό μας, κάτι που δεν θα μπορέσει να μας το κλέψει κανείς, είναι εκείνα τα βράχια. Τα αγαπάμε σαν τους ανθρώπους μας. Μέσα ή έξω από το νερό, ξέρουμε την ακριβή θέση τους. Οι ξένοι νομίζουν πως μετακινήθηκαν κάθε φορά, κι εμείς ξέρουμε πως τίποτα δεν άλλαξε. Μπορεί ο καιρός να σήκωσε μπαϊράκι, το μαϊστρο να μας καίει τα νεύρα, ο γαρμπής να φλερτάρει βροντερά την τραμουντάνα του, μπορεί η άμμος να έγινε κινούμενη, αλλά οι καβάτζες μας είναι εκεί που τις αφήσαμε. Περιμένουν όλο οικειότητα, το δροσερό homemade καφεδάκι μετά το μεσημεριανό ντερλίκωμα, έτοιμες να ακούσουν. Χρόνια τώρα, κουβέντα δεν έχουν προδώσει από τις τόσες ιστορίες που τους μολογάμε.

Τα καλύτερα ταξίδια μας, λοιπόν, αυτό αιώνια μας ενώνει κι αυτό είναι εκεί. Δική μας Ενετοκρατία, η αυθάδεια με την οποία διώχνουμε τους παρείσακτους από αυτό που μας ανήκει, χωρίς ενοχή. Κι ύστερα ξανά ένα συνοθύλευμα από δροσερό κρασάκι, ένα μοχίτο μπασταρδεμένο με ποίηση ή μεζές με κέρασμα φιλοσοφία και δροσερό καρπούζι, όλη η πλατεία ένα εμπορικό των καλλιτεχνών που η μοίρα έχρισε επιχειρηματίες και οι πελάτες σαν τα μούτρα μας. Που όλο γκρινιάζουμε μα χωρίς αυτούς δεν ζει το καλοκαίρι μας ούτε γεμίζουν οι μπαταρίες για τον χειμώνα που θα ΄ρθεί.

Αυτά είναι τα ακριβά μυστικά μας. Το σπίτι μας. Είναι Ανατολή; Είν’ Δύση; Όλα και τίποτα. Αυτοσχέδια βόμβα για την λογική ο τόπος μας κι ο τρόπος μας... αγαπάμε να κάνουμε πως μισούμε αυτό που λατρεύουμε. Αυτό είμαστε εμείς!