Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

1974 βαθιές εισπνοές...

... προσοχή στις εκπνοές!
---------------------------------
 
Κάθομαι στο σκαλάκι της αυλής δίπλα στη μεγαλύτερη αδελφή μου. Ξεφυλλίζουμε ένα περιοδικό, αμφίβολου περιεχομένου και προέλευσης αφού η γιαγιά επιμένει πως ‘δεν είναι καλά πράγματα αυτά’. Στο εξώφυλλο, κι αν δεν με απατά αισχρά η μνήμη μου, έχει ένα πορτρέτο κι έναν αετό. Δικέφαλος ο αετός. Στενό κι αυταρχικό το μουστάκι του πορτρέτου.

Η μέρα είναι συννεφιασμένη. Ή κάτι άλλο μουντό που δε θυμάμαι τώρα. H μητέρα μαζεύει ρούχα, ‘‘θα τα στείλουμε στα παιδάκια στην Κύπρο’’ μας λέει. Μα δεν είμαστε τόσο πλούσιοι, σκέφτομαι. Δεν καταλαβαίνω. Ο πατέρας έλαβε μια ειδοποίηση, πως πρέπει να φορέσει χακί. Εξακριβωμένο. Ο κόσμος των μεγάλων είναι εντελώς παρανοϊκός...

Είναι η πρώτη μου παιδική ανάμνηση. Όσο κι αν προσπαθώ χρόνια τώρα, δεν έχω κάτι παλιότερο να ανατρέξω. Ακολουθούν όμως μεταγενέστερες με έντονη την αίσθηση πως κάτι δεν είναι ακριβώς στη θέση του. Εκεί πίσω, ο πατέρας είναι συχνά ανήσυχος και νευρικός. Δε χρειάστηκε να φορέσει χακί.Όλα τέλειωσαν μέσα σε μια νύχτα. Κι εγώ νομίζα πως αυτό είναι καλό, πως δεν θα γίνει αυτό που λέγανε! Ο πόλεμος!

Με τον καιρό κατάλαβα πως κάπως έτσι καταγράφηκε στο 4χρονο μυαλό η μεγαλύτερη ήττα/ντροπή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
 
Δε μπορώ να δώσω ακριβή θέση της εποχής μέσα στο χρόνο πλέον και τα γεγονότα μπερδεύονται... το μόνο σίγουρο είναι πως ακολούθως του χακί ρούχου του πατέρα, η μόδα άλλαξε και σε επίπεδο πολιτικής. Τη δικτατορία διαδέχτηκε μια Ελευθερία (δημοκρατία την είπαν, αλλά έτσι τη φώναζαν κι οι άλλοι) που στόχευε να κατακτήσει ανώτερα επίπεδα της αρετής της ασυδοσίας. Πεινασμένος γαρ, ο λαός τούτος...

Πάνω στη συγκυρία, ξεπετιέται από τη μνήμη κι εκείνος ο γραβατωμένος κύριος από το Παρίσι που έλυσε όλα τα προβλήματα. Οι δικτάτορες αναγκαστικά υποχώρησαν για να αρπάξουν τα ηνία οι κόλακες κι οι ρήτορες, ότι είχε καταφέρει να ξεφύγει από τις ‘’ερπίστριες’’ του Πολυτεχνείου. Αν αυτό υπήρξε ποτέ. Αν δεν είναι προϊόν της παιδικής, δημιουργικής φαντασίας μου .

Μεγαλώνοντας, κατάλαβα περισσότερα και μάντεψα πως οι ήρωες ‘’βούλιαξαν’’ στο μοναχικό δρόμο της ανωνυμίας, της σιωπής και της πίκρας. Οι άλλοι ... οι ρήτορες και οι κόλακες κι ο κύριος από τα Παρίσια, που επέπλευσαν μαζί με άλλα ελαφριά υποκείμενα στην επιφάνεια των θολών νερών της πολιτικής... οδήγησαν τη χώρα σ' αυτό που είναι σήμερα.

Εγώ σήμερα... περίπου 39 χρόνια μετά, αναρωτιέμαι ναρκισσιστικά αν μου πάνε τα ‘’μπερέ’’ και τι να κάνω τα ‘’ζιβάγκο’’ του πατέρα, ενώ κολακεύομαι που γιορτάζουμε όλοι μαζί –μια χώρα ολόκληρη- άλλη μια επέτειο των πρώτων μου παιδικών αναμνήσεων... κι ας έχουν εκείνο το τεράστιο ερωτηματικό να σέρνεται χρόνια ξωπίσω τους, αφού δεν υπάρχει ένα θαυμαστικό, μια τελεία ή έστω ένα κόμμα που να μπορεί να σταθεί αξιοπρεπώς δίπλα του...
 

... σκάω! Εκπνοή!

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Ο Έρωτας;

Χα! Και συ που λες... εσύ, ξέρεις τι είναι;

Αν ο Χατζηδάκης είπε ‘χωρίς τη μουσική μου ζω, χωρίς έρωτα όχι!’, φοβάμαι πως δεν ξέρεις με τι έχουμε να κάνουμε. Δεν είναι απλά η ανάγκη του σώματος για χορό και της ψυχής σου για φτερά, μη γελιέσαι. Παίζουν κι άλλα σύμπαντα σε αυτό το έργο, μην τα αγνοήσεις, έχασες!
Πολλοί από εμάς ζούμε για να τον χαντακώνουμε. Πριν καν τον γνωρίσουμε. Γιατί ζωντανός μπορεί να μας ξεκάνει αυτός, φοβόμαστε. Στο αύριο πάντα. Ποτέ δεν του χρεώνουμε κατάματα το παρόν του!

Γιατί δεν του δίνουμε το χωροχρόνο που του αρμόζει; Γιατί τον ταΐζουμε ότι ‘αύριο’ σκαρφιστούμε, αρκεί να τον μπερδέψουμε με μια μελλοντική προσδοκία; Γιατί πρέπει να τον χωρέσουμε στην απαραίτητη ασφάλεια του ‘για πάντα’; Μα η ασφάλεια είναι η ίδια μια υπόθεση επιτάφιου. Δεν έχει σταμάτημα του χρόνου στο στομάχι...
Υποκρισία. 

Υποκρινόμαστε χωρίς συστολή πως θέλουμε να του εξασφαλίσουμε αιώνια ζωή. Πρόφαση. Ανέραστες υπερβολές πάλι.
Ο έρωτας είναι ζωή αλλά όχι ‘η’ ζωή. Είναι ένα πολύτιμο συστατικό της, αυτό που θα θέλαμε (όταν δεν το έχουμε) να βιώνουμε συνεχώς. Μα δε γίνεται. Το περισσότερο που μπορεί να μας δώσει είναι στιγμές. Κι αυτές σπάνια. Κι ας του φορτώνουμε αφελώς φτήνιες, από ανάγκη να πούμε πως τον γνωρίσαμε. Να ταΐσουμε τη ματαιοδοξία μας  με ένα ‘τον ξέρω καλά’ ακόμα. Όλα ψέματα. Σπάνια εμφανίζεται κι όταν το κάνει τον πυροβολούμε.

Κι εγώ. Μην κοιτάς που λέω... Προσπάθησα και γω όποτε τον είδα, να του φορτώσω  τη χαζή ανάγκη μου για immortality. Ναι, αυτό ήτανε! Αθανασία. Για να νικήσω στην πλάτη του τον πιο μεγάλο εχθρό μου.
Τώρα όμως είναι αλλιώς. Χωρίς εκπτώσεις, καμιά συνθηκολόγηση με το φόβο. Αυτή τη φορά δεν αμύνομαι, δε βγάζω τα πιστόλια, δεν παίρνω άλλον στο λαιμό μου! Ό,τι σκότωσα, σκότωσα...