Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Ο Έρωτας;

Χα! Και συ που λες... εσύ, ξέρεις τι είναι;

Αν ο Χατζηδάκης είπε ‘χωρίς τη μουσική μου ζω, χωρίς έρωτα όχι!’, φοβάμαι πως δεν ξέρεις με τι έχουμε να κάνουμε. Δεν είναι απλά η ανάγκη του σώματος για χορό και της ψυχής σου για φτερά, μη γελιέσαι. Παίζουν κι άλλα σύμπαντα σε αυτό το έργο, μην τα αγνοήσεις, έχασες!
Πολλοί από εμάς ζούμε για να τον χαντακώνουμε. Πριν καν τον γνωρίσουμε. Γιατί ζωντανός μπορεί να μας ξεκάνει αυτός, φοβόμαστε. Στο αύριο πάντα. Ποτέ δεν του χρεώνουμε κατάματα το παρόν του!

Γιατί δεν του δίνουμε το χωροχρόνο που του αρμόζει; Γιατί τον ταΐζουμε ότι ‘αύριο’ σκαρφιστούμε, αρκεί να τον μπερδέψουμε με μια μελλοντική προσδοκία; Γιατί πρέπει να τον χωρέσουμε στην απαραίτητη ασφάλεια του ‘για πάντα’; Μα η ασφάλεια είναι η ίδια μια υπόθεση επιτάφιου. Δεν έχει σταμάτημα του χρόνου στο στομάχι...
Υποκρισία. 

Υποκρινόμαστε χωρίς συστολή πως θέλουμε να του εξασφαλίσουμε αιώνια ζωή. Πρόφαση. Ανέραστες υπερβολές πάλι.
Ο έρωτας είναι ζωή αλλά όχι ‘η’ ζωή. Είναι ένα πολύτιμο συστατικό της, αυτό που θα θέλαμε (όταν δεν το έχουμε) να βιώνουμε συνεχώς. Μα δε γίνεται. Το περισσότερο που μπορεί να μας δώσει είναι στιγμές. Κι αυτές σπάνια. Κι ας του φορτώνουμε αφελώς φτήνιες, από ανάγκη να πούμε πως τον γνωρίσαμε. Να ταΐσουμε τη ματαιοδοξία μας  με ένα ‘τον ξέρω καλά’ ακόμα. Όλα ψέματα. Σπάνια εμφανίζεται κι όταν το κάνει τον πυροβολούμε.

Κι εγώ. Μην κοιτάς που λέω... Προσπάθησα και γω όποτε τον είδα, να του φορτώσω  τη χαζή ανάγκη μου για immortality. Ναι, αυτό ήτανε! Αθανασία. Για να νικήσω στην πλάτη του τον πιο μεγάλο εχθρό μου.
Τώρα όμως είναι αλλιώς. Χωρίς εκπτώσεις, καμιά συνθηκολόγηση με το φόβο. Αυτή τη φορά δεν αμύνομαι, δε βγάζω τα πιστόλια, δεν παίρνω άλλον στο λαιμό μου! Ό,τι σκότωσα, σκότωσα...

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Κι όμως, παράγουμε!

Κάποτε η Ελλάδα ήταν γνωστή μέχρι τα πέρατα της γης για αυτό που μπορούσε να παράγει και δεν ήταν μόνο το φως από τον ήλιο της.

Μετά σταμάτησε να παράγει ή παράγει όλο και λιγότερα. Δεν παράγει σχεδόν τίποτα από όσα χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε, ούτε παράγει κάτι από όσα μας βελτιώνουν τη ζωή ή την ψυχή. Παράξενο δε, αδυνατεί να παράξει κι οτιδήποτε πολυτελείας και περιττό.

Κατάφερε όμως ένα νεοτερισμό, να μαρκάρει το όνομά της σε μια λίστα από την οποία απείχε σχεδόν πεισματικά, αντίθετα από τις προκομμένες βόρειες φιλενάδες της.

Τη λίστα με τις στατιστικές αυτοκτονίας.

Εκεί που λίγα χρόνια πριν και για ένα παρελθοντικό ‘πάντα’, μάταια θα έψαχνες να τη βρεις, απέκτησε υπόσταση και ποσοστό. Για να’ ναι εκεί, μαζί με τις άλλες στο μόνο που κατάφεραν να συναγωνιστούν.

Ολόκληρες στήλες καθημερινά πια στα Ειδησεογραφικά Μέσα, για το (πολιτικό) θύμα που άνοιξε την πόρτα στον εφοριακό και έτρεξε να πέσει από το μπαλκόνι... ή για τον πατέρα που δεν είχε να αγοράσει γάλα και βρήκε κάτι ράγιες κοντά στο σπίτι του να λυτρωθεί... ή για τον κύριο που τα είχε όλα, ακόμα, αλλά κάποιος άρχιζε αργά και σταθερά να του βιάζει την αξιοπρέπεια... φόρεσε το καλό του το κουστούμι λοιπόν, βρήκε ένα συμβολικό σημείο να σταθεί και για λογαριασμό όλων, φύτεψε με μια σφαίρα στην καρδιά του κοινοβουλίου, την τελευταία κουβέντα προς τους Έλληνες πολιτικούς.

Ναι. Η Ελλάδα πλέον παράγει αυτόχειρες και η ελληνική κοινωνία εξοικειώνεται ακούσια με το δραματικό side effect της κρίσης, ένα φαινόμενο που έως πρόσφατα αγνοούσε. Κοιτά παγωμένη. Σοκαρισμένη. Χωρίς να αντιδρά ή αν αντιδρά δύναται να το κάνει μόνο χλιαρά και αναποτελεσματικά. Σαν εκείνο το βατραχάκι* που αδυνατεί πλέον να βγει απ’ το όλο και πιο καυτό νερό.

Οι ηθικοί αυτουργοί κάθονται με ήσυχη συνείδηση και πλάτη στητή να καταναλώσουν την ‘ανθρώπινη ζωή’ πριν καν εκείνη περάσει σε νεκρική ακαμψία. Χρησιμοποιούν πανάκι για να μη λερωθούν από τα αίματα, περνούν το πιρούνι στο αριστερό, το μαχαίρι στο δεξί και αλληλοεύχονται καλή όρεξη.

Ναι. Είναι σκληρό. Ανήθικο μα κι αλήθεια. Η Ελλάδα σήμερα παράγει αυξανόμενη απελπισία σε βαθμό κακουργήματος!


------------------------------
* η ιστορία με το βατραχάκι: