Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Do u láik φροϋλάιν thí Gris?

Έχω την τύχη να έχω γεννηθεί σε έναν υπέροχο ελληνικό τόπο. Ένα νησί που με μεγάλωσε με όλες τις εικόνες που απαιτεί το ''zorba the greek'' manual.

Πολύ καλοκαίρι, πολύ ήλιο, γυμνά πόδια -ή και σώματα ενίοτε- πάνω στην πυρωμένη πέτρα, πολύ ελιά, κυπαρίσσι και μπουκαμβίλιες γύρω γύρω... και θάλασσα. Θάλασσα κι ατέλειωτο γαλάζιο δεξιά, αριστερά, ψηλά, παντού...

Η εικόνα τελευταία (όσο 'τελευταία' μπορεί να χαρακτηριστεί το μεταπολιτευτικό διάστημα σε τούτη τη χώρα) δέχεται έντονες εξωτερικές επιρροές και οι ισσοροπίες έχουν τρόπον τινά ανατραπεί, ειδικά σε σχέση με τους ασταθής παράγοντες, βλέπε οικονομία. Με τόση θάλασσα να την περιτριγυρίζει, βαράει προκλητικά μακροβούτια στο ατέλειωτο γαλάζιο και παρασύρει στο διάβα της ζωτικούς παράγοντες όπως η οργάνωση, η ανάπτυξη, οι στόχοι, για μια ατέλειωτη εξευρεύνηση του βυθού. Σε κάποια παιχνίδια πρόκλησης των ορίων δε, μένει ορισμένες φορές περισσότερη ώρα κάτω από την επιφάνεια με αποτέλεσμα κάποιες μόνιμες βλάβες των οργάνων και ανωμαλοποίηση της γενικότερης λειτουργίας.

Eυτυχώς από την άλλη οι σταθεροποιητικοί παράγοντες σώζουν μια κατάσταση ή μια χώρα στην περίπτωση μας... με επικεφαλή εκείνον που σταθερά ανθεί κόντρα στην πτώση κάθε άλλου ζωτικού παράγοντα και που με κάνει να ανατριχιάζω σύγκορμη από εθνική υπερηφάνεια ενώ με γεμίζει θάρρος για το αύριο.  Το αθάνατο ελληνικό καμάκι των αθάνατων ελληνικών προτεταμένων τρικεφάλων και άλλων μυών που δουλεύτηκαν ολόκληρο χειμώνα σκληρά και επίμονα για να ανταπεξέλθουν στο δύσκολο καλοκαιρινό έργο τους μέσα στο λιοπύρι.

Μια σταλιά από τη φύση του (που δεν ήταν τόσο απλόχερη στο μπόϋ του όσο σε άλλα στοιχεία του 'χαρακτήρα' του) το σκουρόδερμο ελληνικό αρσενικό αλωνίζει ολημερίς τις παραλίες για να ψαρέψει ξανθά δίμετρα πόδια, 75Dsize, στα οποία φιλοδοξεί να διδάξει τι εστί ‘lav mi beib’ μετά το ηλιοβασίλεμα, την ώρα της ανάπαυλας. Τότε που οι ρυθμοί του εγκεφάλου αλλάζουν τέμπο και που ότι γυαλίζει δεν μπορείς να ξέρεις έτσι και αλλιώς αν είναι χρυσός, όχι πριν το ξημέρωμα. Όχι πριν το φώς του ήλιου εμφανιστεί ξανά στον ουρανό για να διαλύσει ψευδαισθήσεις και δολώματα.

Πως είναι δυνατόν τώρα, ένα τόσο δα κορμί που λογικά ακόμα και το self esteem του το εγκαταλείπει το μεγαλύτερο κομμάτι της μέρας -γιατί και κείνο βαριέται τόση εγκεφαλική στασιμότητα- να φορτώνει μούσκουλα και μελανίνη και βρέξει χιονίσει να είναι εκεί, πάλι, ασταμάτητα στις επάλξεις, έτοιμο για υπόσχεση, έτοιμο για δράση, έτοιμο για ''remember my name babe, you will be screaming it later'', δεν έχω ειλικρινά καταλάβει.

Πρόσεξε το νωχελικό περπάτημα γύρω από την ξαπλώστρα του και το τελετουργικό ξύσιμο του αριστερού ώμου από το αντίθετο χέρι -καθώς παρατηρεί κάάάτι στο απέναντι κενό- με τεχνική ακριβείας που διδάχτηκε από τους προκατόχους του ώστε να αναδυκνύει με μια κίνηση μούσκουλα καλοδουλεμένα που αλλιώς θα έμεναν στην αφάνεια.

Η οικονομία γλυστρά, η οργάνωση ψάχνει το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής της, οι 'στόχοι' τελειώνουν ένας-ένας, η ανάπτυξη  ψυχοραγεί... και το αθάνατο ελληνικό καμάκι χωρίς ένα ευρώ στην τσέπη του, φορτώνει αισιόδοξα τους τρικέφαλους, φουσκώνει τους θωρακικούς, φοράει το ξυπνητήρι της γιαγιάς στο βραχίονα και βγαίνει και σήμερα να υψώσει το ηθικό της ελλάδας.

Αθάνατη δίμετρη ξανθιά θεά μου της Σκανδιναβίας, σε παρακαλεί με τo σκaτi του μισόκλειστο βλέμμα... δώσε σημασία στο λόγο που ξεχειλίζει από το φλύαρο κορμί του, έστω και αν με δυσκολία κρύβει πια τα ψίγματα κοιλιακής κυτταρίτιδας που αφήνει στο διάβα του το άφθονο αλκοόλι των ντίσκο που σε γύρναγε κάθε βράδυ.

Και μην ξεχνάς, το ζήτημα δεν είναι τι έχει αλλά τι σε έπεισε μες τη νύχτα οτι διαθέτει και η επιτυχία της αποστολής του κρίνεται από το αν πιστέψεις τελικά οτι είναι ο 'θεός σου', που θα νοσταλγείς τους κρύους χειμώνες του βορρά σου και για πάντα... και θα ανατριχιάζεις στην ανεξίτηλη ανάμνηση που σε πέταξε άγρια πάνω σ’ ένα βράχο και σε δίδαξε αρχαία ελληνικά ένστικτα τραγουδώντας σου ''do u lάik μαντμουαζέλ δí Gris?''

the female

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Το βούτυρο ΜΟΥ, το ποτήρι ΜΟΥ! Σιχαίνομαι λέμε!

Αυτή η ιστορία με το βούτυρο, θα εξελιχθεί σε αιματηρό επεισόδιο μια μέρα σύντομα, αν δεν βρω εγκαίρως από που αγοράζουν ατομικά βουτυράκια για το πρωινό. Τι δεν καταλαβαίνει ο κόσμος όταν λες: πάρε το μαχαίρι ή εκείνη την ειδική maΛ@κiα για το βούτυρο, τράβα μια ποσότητα να βάλεις πάνω σ’ αυτό που τρως τέλος πάντων κι άσε μας να φάμε και μεις με την ησυχία μας. Και το γαστρο-οισοφαγικο-στομαχικο-εντερικό μας σύστημα ανέπαφο πρωινιάτικα. Τι δεν καταλαβαίνεις; Ποιο από όλα τα παραπάνω απαιτεί επεξηγηματικό σεμινάριο;

Γιατί απλώνεις τη χερούκλα σου, χώνεις το αντικείμενο του πόθου σου βαθιά στο βούτυρο, τραβάς μια ποσότητα -όση νομίζεις οτι σου χρειάζεται- που ήταν -ώ θεοί- περισσότερη, ως συνήθως, από αυτή που θα έφτανε να αλείψεις όλη τη φραντζόλα και τη φραντζόλα του γείτονα τώρα που το σκέφτομαι… κι επιστρέφεις το μισολιωμένο και ταλαιπωρημένο πλεόνασμα πάλι στο κεσεδάκι με εξαιρετική άνεση και οργασμική ικανοποίηση στη μούρη, μπλιάξ… μαζί με τα απομεινάρια του ψωμιού σου, της μαρμελάδας που μοιάζει με 6κ@7@ κι είχε εγκατασταθεί στο μαχαίρι σου από την προηγούμενη δόση πασαλείμματος και ποιος ξέρει τι άλλο έχεις απιθώσει εκεί απάνω τόση ώρα που το πασπατεύεις.

Σιχαίνομαι!

Ποιο κομμάτι αυτής της λέξης είναι δυσνόητο, ποια συλλαβή θέλει αποκωδικοποίηση; Να το κάνω να τελειώνουμε με αυτό το ζήτημα! Το λέω ευθέως, κατηγορηματικά και ευγενέστατα, άρα το ‘δεν ήξερα’ άλλοθι σου δεν ισχύει πια, έχει καταρριφθεί εκ της γενέσεως του. Εξάλλου δεν υπάρχει άλλοθι εδώ. Είναι σίχαμα σε κάθε περίπτωση, συνθήκη, χώρα, σπίτι… παντού και πάντα! Έχω απλώς δίκιο από όποια γ@μ1^^έν# μεριά και να το εξετάσεις το ζήτημα. Είναι σίχαμα και γώ βαρέθηκα να πετάω μισογεμάτα βούτυρα και να αγοράζω καινούρια, ειδικά εν καιρώ καπιταλιστικής κρίσης (κάνω οικονομία για να αγοράσω το 68ο ζευγάρι παπούτσια) και δεν έχω εντρυφήσει ακόμα και στο θεώρημα: ‘τα μικρόβια είναι παντού και είναι χρήσιμα για τα αντισώματα που πρέπει να αναπτύξουμε’ και ούτε θα γίνει ποτέ κάτι τέτοιο γιατί πάντα θα θέλω να επιλέγω ΕΓΩ αν-και-ποιανού μικρόβια θα βρουν το στόμα μου … Πάντως ΌΧΙ τα ΔΙΚΑ Σου! Έστω και για την προσωρινή διαμονή τους εκεί ωρών, λεπτών ή δευτερολέπτων στην περίπτωση που όντως πεθαίνουν άμεσα.

Και το ποτήρι μου… ΑΣΤΟ ΚΆΤΩ! Δε θέλω, λέμε, να πίνεις από αυτό. Πίνω εγώ. Εκεί είναι το ντουλάπι, σε πολύ συνηθισμένο μέρος βρίσκονται τα ποτήρια, στο ύψος των ματιών μέσου αναστήματος ανθρώπου μην τυχών και μπερδευτεί κανείς… πάρε καθαρό και πιες. Αυτό εκεί δίπλα στο νεροχύτη -που κατά τύχη είναι εκεί τώρα που μιλάμε- βρίσκεται σε αυτό το επικίνδυνο για τις ορέξεις σου σημείο γιατί εδώ είναι σπίτι ΜΟΥ, είμαι στην κουζίνα ΜΟΥ, μαγειρεύω κι ενίοτε διψώ και το’ χω πρόχειρο για να πίνω ΕΓΩ.

Γιατί με κάνεις να επαναλαμβάνομαι πάλι και να με μισώ γι' αυτό;

... όταν τελειώσω θα το βάλω στα άπλυτα και αργότερα θα πάρω καθαρό όταν ξαναθελήσω να πιω. Και αφού σπίτι μου ΔΕΝ έχεις δικό ΣΟΥ ποτήρι, για όσο κάτσεις εδώ σου δίνω την άδεια να πας ως εκείνο το ντουλαπάκι που είπαμε, με την πορτούλα που πρέπει να βάλεις το μείον 1000 τις 1000000000 της δύναμής σου για να το ανοίξεις, να πάρεις όόόποιο ποτήρι θες (πάρε και από τα καλά που τα φυλάμε για γιορτή), να κάνεις μισό βήμα προς τη βρύση ή κανένα βήμα προς το ψυγείο που θα βρεις νεράκι, να το βάλεις στο ποτηράκι ΣΟΥ και να πίνεις όόόση ώρα θες. Ή να μου πεις να σε υπηρετήσω εγώ, το προτιμώ από την διαδικασία συστολής και διαστολής που θα υποστεί το εντερικό μου σύστημα ή τις στομαχικές κράμπες και μόνο στην ιδέα του οτι πίνω από κει που απίθωσε τις στοματικές εκκρίσεις του κάποιος άλλος (και πάντα με την ελπίδα του καλού σεναρίου, ότι δεν φοράει μασέλα…)

Ότι θες, αλλά όχι από το δικό μου ποτήρι, pliz! Σιχαίνομαι, με ένα ποσοτικό κοσμητικό επίθετο να το περιγράφει σε υπερθετικό βαθμό και δεν θέλω να πάω σε ψυχολόγο ώστε να κατανοήσω την όποια φροϋδική εξήγηση έχει να μου προσφέρει για να απλουστεύσει τη μίζερη ζωή μου.

Σιχαίνομαι από επιλογή και μ’αρέσει!